Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αρκαδίου | Locations

Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Αρκαδίου

  • MAP
  • LIKE

Στις βορειοδυτικές υπώρειες του Ψηλορείτη, σε υψόμετρο σχεδόν 500 μέτρων και σε απόσταση περίπου 23 χιλιομέτρων από την πόλη του Ρεθύμνου, βρίσκεται η Ιερά Μονή Αρκαδίου. Για να φθάσει κανείς ως εκεί μπορεί ν΄ ακολουθήσει διάφορες διαδρομές, καθεμιά από τις οποίες παρουσιάζει ξεχωριστό φυσιολατρικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

Σύμφωνα με την παράδοση την Ι.Μ. Αρκαδίου θεμελίωσε ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ηράκλειος ενώ η ανοικοδόμησή της έγινε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο τον 5ο αι. μ.Χ. από τον οποίο πήρε και τον όνομά του το μοναστήρι. Η επιστημονική ωστόσο άποψη υποστηρίζει ότι τόσο ή ίδρυση όσο και η ονοματοθεσία του μοναστηριού θα πρέπει να οφείλονται σε κάποιον μοναχό Αρκάδιο.

Σύμφωνα με τις επιγραφικές μαρτυρίες ο δίκλιτος ναός στο κέντρο της μονής ανηγέρθη το 1587 και αφιερώθηκε στον Άγιο Κωνσταντίνο και τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Ο ναός αυτός δεν ήταν ο πρώτος αλλά αποτελεί ανακαίνιση ενός προηγούμενου που σύμφωνα με επιγραφή κτίστηκε το 14ο αιώνα. Το καθολικό είναι τοποθετημένο στο κέντρο της τετραγωνικής κάτοψης του συγκροτήματος περιμετρικά του οποίου αναπτύσσονται τα κελιά και οι βοηθητικοί χώροι του Μοναστηριού.

Το γεγονός που χωρίς αμφιβολία έγινε η αιτία να καθιερωθεί η Μονή Αρκαδίου ως ιστορικό σύμβολο εθελοθυσίας και ελευθερίας, ήταν η επανάσταση του 1866-1869 και πιο συγκεκριμένα η εθελοθυσία των πολιορκημένων που προτίμησαν να πεθάνουν παρά να παραδοθούν στους Τούρκους. Το γενναίο χέρι του Κωστή Γιαμπουδάκη από το χωριό Άδελε δε δίστασε να βάλει φωτιά στην πυριτιδαποθήκη όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι πολιορκημένοι και να ανατινάξει ολόκληρο το Μοναστήρι μετατρέποντάς το σε αιώνιο σύμβολο ανδρείας και ελευθερίας.

Το Ιερό λάβαρο της επανάστασης καθώς και άλλα κειμήλια της μονής, όπως εκκλησιαστικά σκεύη, χρυσοκέντητα άμφια και όπλα φυλάσσονται στο μουσείο του μοναστηριού.

Σύμφωνα με επιγραφή που σώζεται στη βάση του κωδωνοστασίου στην πρόσοψη, ο ναός οικοδομήθηκε το 1587, αποτελεί δηλαδή έργο της εποχής της ενετικής κυριαρχίας στην Κρήτη. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί την πληθώρα στοιχείων της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής τα οποία με την πρώτη ματιά μπορεί να διαπιστώσει ο επισκέπτης.

Η εντυπωσιακή πρόσοψη του ναού είναι διηρημένη σε δύο ζώνες. Στην κάτω ζώνη υπάρχουν τέσσερα ζεύγη ημικιόνων γοτθικού χαρακτήρα με ρωμαϊκές επιδράσεις. Πάνω από τα κορινθιακά επίκρανα των ημικιόνων αναπτύσσεται κορινθιακός θριγκός και ανάμεσά τους τρία ημικυκλικά τόξα στηριζόμενα σε παραστάδες. Τα δύο ακριανά τόξα περιλαμβάνουν στο εσωτερικό τους κυκλικό άνοιγμα με ανθεμωτό διάκοσμο περιμετρικά.

Η δεύτερη ζώνη της πρόσοψης, αυτή που αναπτύσσεται πάνω από τον κορινθιακό θριγκό, περιλαμβάνει σειρά κυματίων και ελλειψοειδή ανοίγματα, ακριβώς πάνω από τα κυκλικά ανοίγματα της κάτω ζώνης. Στο κέντρο του ανώτερου τμήματος της πρόσοψης ορθώνεται το κωδονοστάσιο, ενώ στα άκρα δύο διακοσμητικοί οβελίσκοι γοτθικής έμπνευσης.

Το εντυπωσιακό στην πρόσοψη αυτή είναι ο αρμονικός συνδυασμός αρχιτεκτονικών στοιχείων όπως γοτθικά τόξα και οβελίσκοι, αναγεννησιακά ανθέμια, κορινθιακά κυμάτια της όψιμης αναγέννησης και μπαρόκ σπείρες που μαρτυρούν τη σχέση του αρχιτέκτονα του Αρκαδιού με τους αρχιτέκτονες της αναγέννησης και μάλιστα με το έργο των Sebastiano Serlio και Andrea Palladio.