Οικοτουρισμός

Ο ΟΙΚΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΦΥΣΗ.

Ο οικοτουρισμός («τουρισμός φύσης» ή «φυσιολατρικός τουρισμός») αποτελεί μια μορφή τουρισμού η οποία συνδέεται με διάφορες μορφές τουριστικής δραστηριότητας στη φύση. Πρόκειται για δραστηριότητες που δεν συμβάλουν απαραίτητα στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά περιλαμβάνουν όλες εκείνες τις δραστηριότητες που διοργανώνονται στο φυσικό περιβάλλον. Το πλούσιο και προικισμένο φυσικό περιβάλλον της Κρήτης ενδείκνυται για πλήθος δραστηριοτήτων.

Κρητικές περιοχές NATURA 2000, βρείτε το link εδώ.

Ζώνες με ειδικό καθεστώς προστασίας

ΔΥΤΙΚΑ ΑΣΤΕΡΟΥΣΙΑ (ΑΠΟ ΑΓΙΟΦΑΡΑΓΓΟ ΕΩΣ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΥΡΓΟ)

Η περιοχή αποτελείται από δύο κυρίως τμήματα. Το πρώτο είναι βραχώδες με κρημνούς και φαράγγια. Το δεύτερο περικλείει μια αμμώδη παραλία (όπου ωοτοκεί η θαλάσσια χελώνα Caretta Caretta), καθώς και την εκβολή του ποταμού Γεροπόταμου. Η περιοχή φθάνει ως τον Κόκκινο Πύργο, περιλαμβάνοντας τα δύο τρίτα της ακτογραμμής του κόλπου της Μεσσαράς. Τα φαράγγια παρουσιάζουν συνεχείς εναλλαγές τοπίου, ιδιαίτερα το Αγιοφάραγγο. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία μικρών φυτοκοινωνιών. Ανάμεσά τους αναπτύσσονται συστάδες με Nerium oleander, μια μικρή συστάδα Phoenix theophrastii στην περιοχή του Μάρτσαλου, ένα μικτό δάσος με Juniperus phoenicea, μακκία Oleo-Ceratonion (matorral) και φρύγανα.

ΟΡΟΣ ΑΣΤΕΡΟΥΣΙΑ (ΚΟΦΙΝΑΣ)

Η περιοχή περιλαμβάνει την ανατολική έκταση του ορεινού όγκου των Αστερουσίων στη νότια Κρήτη. Η θαλάσσια έκταση καλύπτει λιγότερο από το 1% της περιοχής. Η σημασία της περιοχής συνίσταται στα ενδημικά και προστατευόμενα φυτικά είδη, στις θέσεις φωλιάσματος που παρέχει το βουνό Κόφινας στα μεγάλα αρπακτικά πουλιά, στην παρουσία της Μεσογειακής φώκιας στις θαλάσσιες σπηλιές, στα ενδιαφέροντα ενδημικά σαλιγκάρια, εννιά από τα οποία είναι ενδημικά της Κρήτης, ενώ το Albinaria terebra είναι ενδημικό στα Αστερούσια. Μεγάλη είναι η αρχαιολογική της αξία (η όλη περιοχή περιλαμβάνει πολύ ενδιαφέρουσες σπηλιές με προϊστορικά υπολείμματα, αρχαιολογικά ευρήματα και τέμπλα, Βυζαντινά μοναστήρια κ.λπ.) αλλά και η αισθητική της αξία που οφείλεται στη μορφολογία της.

ΟΡΟΣ ΔΙΚΤΗ: ΟΜΑΛΟΣ ΒΙΑΝΝΟΥ (ΣΥΜΗ-ΟΜΑΛΟΣ)

Η περιοχή είναι ορεινή, εντοπίζεται στη νότια κεντρική Κρήτη και καλύπτει μέρος του ορεινoύ όγκου της νότιας Δίκτης στο Ηράκλειο. Ορίζεται από το οροπέδιο του Ομαλού και το ρέμα Έργανας σε υψόμετρο 700 έως 800 μέτρα, περιλαμβάνοντας τις νοτιοανατολικές κορυφές και πλαγιές (Τουρλού, Κυνηγού, Γρασπιάσματα κ.λπ.) των βουνών της Δίκτης, την έκταση του Άνω Βιάννου στα νότια και τη Σύμη στα νοτιοανατολικά. Η περιοχή έχει μεγάλη οικολογική και αισθητική αξία εξαιτίας της ύπαρξης ενός φάσματος τύπων οικοτόπων, με βλάστηση σε καλή κατάσταση κατά το πλείστον. Η χλωρίδα και η πανίδα αυτών των βιότοπων περιέχει τυπικά ενδημικά και επιπλέον τοπικά ενδημικά είδη της Κρήτης.

ΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΔΙΚΤΗ

Η περιοχή βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της κεντρικής Κρήτης. Χαρακτηρίζεται από μια οροσειρά που αποτελείται από τη Δίκτη (2.148 m), το Σελέκανο, το Καθαρό και τη Σελένα, που περικλείουν το μεγαλύτερο οροπέδιο της Κρήτης, το Λασίθι (800 m). Οι δολίνες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η οικολογική της σημασία και αξία οφείλονται στη μεγάλη ποικιλία οικοτόπων, οι περισσότεροι καλά διατηρημένοι και στη χλωρίδα της, που είναι ιδιαίτερα πλούσια σε κοινά αλλά και σε σπάνια και τρωτά ενδημικά είδη.

Ο ΔΡΥΣ ΚΟΡΦΩΝ

Βρίσκεται κοντά στο χωριό Κορφές της επαρχίας Μαλεβιζίου, του Ηρακλείου. Πρόκειται για αιωνόβιο δρυ με ιδιάζουσα βοτανική αξία που συνδέεται με ιστορικά γεγονότα της περιοχής.

ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΝΘΗΡΟ, ΚΑΜΑΡΕΣ

Βρίσκεται στη θέση «Μάνα νερού» σε υψόμετρο 1.400 μέτρων κοντά στα χωριά Καμάρες και Βορίζα του Ηρακλείου. Η προστατευόμενη περιοχή είναι ο βιότοπος του σπάνιου και απειλούμενου είδους ορχιδέας, που ονομάζεται κρητικό Κεφαλάνθηρο. Είναι ένα από τα πέντε είδη αυτού του γένους που φύονται στην Ελλάδα και είναι ενδημικό στο βουνό Ίδη της Κρήτης

ΦΟΙΝΙΚΟΔΑΣΟΣ ΒΑΙ - ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΑΚΡΟ ΚΡΗΤΗΣ

Το μοναδικό φοινικόδασος στην Ευρώπη με την όμορφη παραλία και την πεντακάθαρη θάλασσα στο βόρειο άκρο της επαρχίας πάνω στο ακρωτήριο Σίδερο, αποτελεί μια μοναδικής ομορφιάς γωνιά της κρητικής γης. Οι φοίνικες εδώ είναι αυτοφυείς και οι συστάδες τους καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της μικρής ρεματιάς μέχρι τη θάλασσα. Το Βάι εκτός από αισθητική έχει και μεγάλη βιολογική αξία.

Ο υδροβιότοπος που δημιουργείται ανάμεσα στο Φοινικόδασος και στην παραλία είναι σημαντικός για την ορνιθοπανίδα, ενώ μέσα στη θάλασσα αναπτύσσεται τεράστιος πλούτος θαλάσσιας ζωής. Αν και το «Αισθητικό Δάσος» του Βαΐου, όπως είναι γνωστό το φοινικόδασος στο βορειανατολικό άκρο της Κρήτης, καταλαμβάνει μια έκταση μόλις 20 εκταρίων, μία ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό, 9.630 εκταρίων, εντάσσεται στο δίκτυο NATURA 2000. Περιλαμβάνει το ακρωτήριο Σίδερο, τις Διονυσάδες και την Ελάσα μέχρι το ακρωτήριο Πλάκα, στο νότο.

Οι σημαντικότεροι βιολογικοί παράγοντες που οδήγησαν σε ένταξη ολόκληρη την περιοχή, εκτός από την μοναδικότητα του φοινικοδάσους, ήταν η σημασία των βραχονησίδων στο φώλιασμα του μαυροπετρίτη (Falco eleonorae), η συχνή παρουσία μεγάλων αρπακτικών πουλιών συμπεριλαμβανομένων των γυπαετών, η παρουσία υποθαλάσσιων λιβαδιών ποσειδώνιας (Posidonia Oceanical) και η παρουσία δελφινιών (Tursiops trancatus) και μεσογειακής φώκιας (monachus monachus).

ΝΗΣΟΣ ΧΡΥΣΗ

Η Χρυσή είναι ένα σχεδόν επίπεδο νησί έχοντας μέσο υψόμετρο μόλις 10m. Από μακριά φαίνεται σα μια λεπτή λωρίδα γης που προεξέχει από τη θάλασσα. Έχει μέγιστο μήκος 5km, μέσο πλάτος 1km και καταλαμβάνει έκταση περίπου 5km2. Το ψηλότερο σημείο βρίσκεται ανατολικά στη θέση Κεφάλα και φτάνει τα 31 m. Εκεί υπάρχει και το δασικό φυλάκιο, που έχει θέα ολόκληρο το νησί.

Περίπου 700m ανατολικά της Χρυσής υπάρχει το Μικρονήσι, ένα βραχώδες νησάκι, το οποίο καταλαμβάνει έκταση μόλις 117 στρέμματα. Η θάλασσα γύρω από τα νησιά είναι ρηχή. Σε απόσταση 1km προς Βορρά και σχεδόν 500m προς Νότο δεν είναι βαθύτερη από 100m, ενώ η ισοβαθής των 5m ενώνει τη Χρυσή με το Μικρονήσι.

Τα πετρώματα και το έδαφος

Τα βασικά πετρώματα της Χρυσής δημιουργήθηκαν με τη στερεοποίηση λάβας, που εκχύθηκε από υποθαλάσσιο ηφαίστειο εκατομμύρια χρόνια πριν. Περπατώντας στην περιφέρεια του νησιού ο επισκέπτης θα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα των πετρωμάτων (καστανοκόκκινο, γκριζοπράσινο, μαύρο).Το μεγαλύτερο μέρος της Χρυσής καλύπτεται από άμμο. Στα επίπεδα μέρη το έδαφος είναι σχετικά συμπαγές και αποτελείται από λεπτόκοκκη κοκκινωπή άμμο, που σε μεγάλο ποσοστό είναι καλυμμένο από βρυόφυτα και λειχήνες. Στα μέρη όπου υπάρχουν αμμοθίνες η άμμος είναι χοντρόκοκκη και κιτρινωπή. Αυτή συγκρατείται κυρίως από το εκτεταμένο ριζικό σύστημα των κέδρων, αλλά και από το φύλλωμά τους, το οποίο αγγίζει το έδαφος.

Tα απολιθώματα

Όλα τα απολιθώματα (49 συνολικά είδη, κοχύλια, πεταλίδες, κοράλλια, αχινοί).που έχουν βρεθεί στο νησί είναι θαλάσσιας προέλευσης. Αποτέθηκαν πάνω στα ηφαιστειακά πετρώματα πριν από 350.000 έως 70.000 χρόνια, όταν η Χρυσή ήταν ακόμη βυθισμένη στο νερό. Οι βόρειες ακτές της Χρυσής είναι γεμάτες κοχύλια και ιδιαίτερα στην ανατολική πλευρά της βόρειας παραλίας το πλήθος τους είναι τέτοιο, που αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά του νησιού.

Χλωρίδα και πανίδα

Παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε σχέση με το μέγεθος του νησιού. (Κυριαρχεί ο κέδρος, το θαμνοκυπάρισσο, ο σχίνος, που υπάρχουν σε μορφή θάμνου και δέντρου, και αμμόφιλη βλάστηση). Το κεδρόδασος της Χρυσής είναι ιδιαίτερα σπάνιο σε έκταση και σε δομή για τον ελλαδικό χώρο. Έχει έκταση 350 περίπου στρέμματα και η πυκνότητα των κέδρων είναι 14 δέντρα ανά στρέμμα.

Περιλαμβάνει αιωνόβια δέντρα με μέση ηλικία από 200 ως 300 χρόνια, ύψος μέχρι και 10 μέτρα και διάμετρο του κορμού που φτάνει το 1 m. Οι κέδροι έχουν ριζικό σύστημα που αναπτύσσεται σε ακτίνα τουλάχιστον διπλάσια από το ύψος τους! Εκτός από τις μεγάλες ρίζες τους μια τεράστια ποσότητα πολύ λεπτών ριζών διαμορφώνουν ένα πυκνό πλέγμα που συγκρατεί την άμμο. Ο αριθμός των φυτικών ειδών της Χρυσής είναι πολύ μεγάλος σε σχέση με την έκτασή της και αντιστοιχεί στο 1/20 της κρητικής χλωρίδας! Τα είδη αυτά, που υπάρχουν στο νησί, κυμαίνονται από σπάνια σε ακτές της νότιας κυρίως Ευρώπης έως μοναδικά σ’ όλο τον κόσμο.

Στη θαλάσσια περιοχή γύρω από τη Χρυσή η ποικιλία και οι πληθυσμοί των θαλάσσιων ειδών αυξάνουν κατακόρυφα, γιατί το νερά είναι πολύ ρηχά. Μια έκταση περίπου εξαπλάσια αυτής του νησιού (30km2) το κυκλώνει, χωρίς να ξεπερνά σε βάθος τα 20m. Τα περισσότερα είδη ζώων του νησιού έχουν μεσογειακή εξάπλωση. Κανένα δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Η θαλάσσια χελώνα Caretta caretta έχει παρατηρηθεί πολλές φορές στο νησί, χωρίς, όμως, να έχει αναφερθεί ωοτοκία. Έχουν αναφερθεί συνολικά πάνω από 120 είδη πουλιών, στην πλειοψηφία τους μεταναστευτικά, τα οποία βρίσκουν τροφή και ξεκούραση στο νησί, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Στα πρόσφατα χρόνια είχαν εισαχθεί από τους κατοίκους της απέναντι ακτής πέρδικες, λαγοί και κουνέλια. Οι λαγοί, έχουν εκλείψει, ενώ γίνεται συστηματική προσπάθεια για να απομακρυνθούν και τα κουνέλια. Παλιότερα, όταν ακόμα δεν την απειλούσε τόσο έντονα ο άνθρωπος, η μεσογειακή φώκια (Monachus monachus) έβγαινε για να λιαστεί στις παραλίες του νησιού. Σήμερα σπάνια κάνει την εμφάνισή της και μόνο το τοπωνύμιο «Φωκόσπηλιο» στο βορειοδυτικό άκρο της Χρυσής μας θυμίζει την άλλοτε συχνή παρουσία της.

ΝΗΣΟΣ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ

Το Κουφονήσι βρίσκεται στα νοτιοανατολικά του Ξερόκαμπου και ζωγραφίζει με το σχήμα του το φόντο της θάλασσας. Εδώ η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ερείπια από εγκαταστάσεις μινωικής αλλά και ρωμαϊκής εποχής. Φαίνεται ότι το νησί πυκνοκατοικήθηκε από τα παλαιότατα χρόνια μέχρι και τα ύστερα ρωμαϊκά. Αυτό αποδεικνύεται από το μεγάλο ελληνορωμαϊκό θέατρο των 1000 θέσεων που ανασκάφτηκε. Σύμφωνα με τα ευρήματα το νησί ήταν κέντρο συλλογής και επεξεργασίας του θαλάσσιου όστρακου πορφύρα που ζει στις θάλασσες της περιοχής.

ΦΑΡΑΓΓΙ ΖΑΚΡΟΥ

Το διασημότερο και περισσότερο επισκέψιμο φαράγγι της ανατολικής Κρήτης. Μια υπέροχη διαδρομή που ξεκινάει νοτιοανατολικά από το χωριό Άνω Ζάκρος, διασχίζει το φαράγγι και καταλήγει δίπλα από το μινωικό ανάκτορο στον κόλπο της Κάτω Ζάκρου. Είναι βατό όλο το χρόνο σχεδόν, έχει συνολικό μήκος 2,5 χιλιόμετρα και η υψομετρική διαφορά εισόδου – εξόδου είναι περίπου 100 μέτρα. Είναι μέρος του ευρωπαϊκού μονοπατιού Ε4 και εύκολα σε μια ώρα περίπου μπορείτε να το διασχίσετε.

ΟΡΟΣ ΘΡΥΠΤΗ

Η περιοχή του όρους Θρυπτή χαρακτηρίζεται από υψηλή αισθητική αξία, ειδικά στις νότιες πλαγιές με τα πευκοδάση τραχείας πεύκης και από μεγάλη βιολογική ποικιλότητα, τόσο σε ότι αφορά την πανίδα (σπάνια και τρωτά αρπακτικά πουλιά, σπάνια, ενδημικά και στενοενδημικά ασπόνδυλα κλπ), όσο και τη χλωρίδα

(στενοενδημικά, φυτικά είδη της Θρυπτής). ΟΙ κορυφογραμμές που εκτείνονται ανάμεσα στις κορυφές Αφέντης (1.476μ), Κάψα(997μ), Παπούρα (1.010μ), Κουφωτό (912μ) και το θεαματικό φαράγγι του Χα με εσωτερικούς γκρεμούς, χαράδρες και ορθοπλαγιές κάνουν το ανάγλυφο ιδιαίτερα τραχύ και δημιουργούν έναν από τους πλέον σημαντικούς βιοτόπους στην Κρήτη για τα αρπακτικά πουλιά αλλά και πολλά άλλα μέλη της εντόπιας πανίδας.

ΟΡΟΣ ΟΡΝΟΝ

Γραφικό χωριό με θαυμάσια θέα και πράσινο στις υπώρειες του βουνού Αφέντης (1475 μ.)11 χλμ. από το Νότιο άξονα χτισμένο σε υψόμετρο 640μ. Είναι το νοτιοδυτικότερο χωριό της επαρχίας Σητείας, στα σύνορα με την επαρχία Ιεράπετρας. Ονομάζεται έτσι λόγω της ορεινής τοποθεσίας του. Οι ντόπιοι το προφέρουν Ορνό. Η αρχαιότερη μνεία του οικισμού αναφέρεται σε έγγραφο του Δουκικού Αρχείου του Χάνδακα του 1368.Στη συνέχεια αναφέρεται στη Σητεία το 1577 από τον Μπαρότση, ενώ στην απογραφή των Ενετών του 1583 γράφεται Orno και είχε 217 κατοίκους.

Πηγή : Ανατολική Κρήτη ΦΥΣΗ 2000, Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου& Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης- Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο 2004

ΟΡΟΣ ΔΙΚΤΗ

Η Δίκτη αντιπροσωπεύεται στο δίκτυο Natura 2000 με την ευρύτερη περιοχή Ομαλού – Βιάννου, τις περιοχές Σελάκανου, Κρασίου και Σελένας και τα οροπέδια Λασιθίου και Καθαρού. Τα κύρια στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της φυσικής βλάστησης στο ορεινό συγκρότημα της Δίκτης είναι τα δάση της τραχείας πεύκης κυρίως στις νότιες πλαγιές, οι θαμνότοποι με φρυγανική και ελάχιστη μακκία βλάστηση στο σύνολο του ορεινού όγκου και τα πρινοδάση στις βορεινές πλαγιές.

Οι θαμνότοποι καλύπτουν το 65% περίπου του συνόλου ενώ δασικές εκτάσεις με τραχεία πεύκη και κυπαρίσσια αντιστοιχούν στο 10% της κάλυψης. Με τα σημερινά δεδομένα οι πληθυσμοί τραχείας πεύκης στους νότιους και ανατολικούς πρόποδες και πλαγιές της οροσειράς της Δίκτης συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαντικότερων πευκοδασών της Κρήτης. Τονίζεται ότι όλα τα εναπομείναντα δάση έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Κρήτη λόγω του ότι η έκταση τους έχει περιοριστεί στο 5% της επιφάνειας της.

Στο ανάγλυφο ολόκληρου του ορεινού όγκου οι έντονες βραχώδεις εξάρσεις σε όλα τα υψόμετρα ενώ στα οροπέδια έχουμε καλλιέργειες αμπελιού και εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες οπωροφόρων δέντρων και δημητριακών, σημαντικό στοιχείο της έντονης ανθρώπινης δράσης από το παρελθόν.

Πηγή : Ανατολική Κρήτη ΦΥΣΗ 2000, Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λασιθίου& Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης- Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο 2004

ΣΕΛΗΝΑΡΙ

Τους νότιους πρόποδες του όρους Αναύλοχου διασχίζει το φαράγγι Σεληνάρι που αποτελεί από τα αρχαία ακόμη χρόνια το φυσικό πέρασμα από τη βόρεια ακτή της κεντρικής Κρήτης προς τον κόλπο του Μιραμπέλλου. Εδώ βρίσκουν καταφύγιο πολλά αρπακτικά πουλιά. Κάποτε ζούσαν ομάδες από κρι κρι, σπάνιοι κρητικοί αίγαγροι, οι οποίοι δυστυχώς εξαφανίστηκαν. Επίσης υπάρχουν αρκετές πηγές με νερό, αλλά το γνωστότερο αξιοθέατο αποτελεί το ιστορικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.

ΝΗΣΟΙ ΔΙΟΝΥΣΑΔΕΣ

Με ανασηκωμένες τις πλώρες τους τα καΐκια κατευθύνονται για το ψάρεμα στους απέναντι ψαρότοπους που βρίσκονται γύρω από τις νησίδες Διονυσάδες ή Γιανυσάδες όπως λέγονται στη γλώσσα των ντόπιων. Στα νησιά αυτά αξίζει να αφιερώσει κανείς μια εκδρομή με βάρκα. Εδώ στις απόκρημνες ακτές φωλιάζει το υπερήφανο αρπακτικό γεράκι το γνωστό με το όνομα Falco eleonorae. Μικρά φωτεινά σημεία τα καΐκια χορεύουν πάνω στο μαυρισμένο από τη νύχτα νερό της θάλασσας. Παρέα με τα δελφίνια που συχνάζουν εδώ, θα περάσει η νύχτα.

ΜΟΝΗ ΚΑΨΑ ΦΑΡΑΓΓΙ ΚΑΨΑ ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗ

Σκαλωμένο στο φρύδι της εξόδου του φαραγγιού των Περβολακίων, σε επιβλητικό τοπίο που ατενίζει το Λιβυκό πέλαγος βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Καψά. Το μοναστήρι είναι μετόχι της μονής Τοπλού κι απέχει 9 χλμ. από τον οικισμό του Μακρύ Γιαλού.

Πηγή: Δήμος Σητείας