Αρχαιολογικοί Χώροι

ΚΟΡΥΦΑΙΟΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ

  • Knossos
ΠΡΟΗΓ.ΕΠΟΜ.

ΤΑΦΙΚΑ ΣΥΝΟΛΑ

Η κρητική γη είναι γεμάτη με πανάρχαια ταφικά σύνολα, που αναδεικνύουν τη μεγάλη σπουδαιότητα που απέδιδαν οι πρόγονοι των Κρητικών στη φροντίδα των νεκρών τους. Ήδη, από την εποχή του Χαλκού (6000 π.Χ.-3500 π.Χ.), η απλή απόθεση των νεκρών σε σπήλαια εγκαταλείφθηκε και γενικεύτηκε η χρήση νεκροταφείων.

Κατά τη Μινωική εποχή, σε περιοχές της Ανατολικής Κρήτης, όπως τα Γουρνιά, ο Μόχλος και το Παλαίκαστρο, οι τάφοι ήταν ορθογώνιοι και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ξανά για την ταφή πολλών ατόμων. Στο Χρυσόλακο Μαλίων, στο Παλαίκαστρο, στις Αρχάνες και στον Πλάτανο έχουν εντοπιστεί ολόκληρα ταφικά κτίρια, αλλά οι πιο διαδεδομένοι τύποι τάφων στην Κρήτη ήταν ο θολωτός και ο θαλαμοειδής. Σπουδαίοι θολωτοί τάφοι έχουν εντοπιστεί στο Καμηλάρι, δίπλα στη μονή Οδηγήτριας, στην Κουμάσα, στο Μάλεμε, στα Αχλάδια, στο Στύλο, στη Φυλακή Αποκορώνου, στις Μαργαρίτες, στο Αποδούλου και στο Γερόκαμπο. Μεγάλα επισκέψιμα νεκροταφεία της εποχής, με εκατοντάδες τάφους, έχουν εντοπιστεί στο Φουρνί Αρχανών και στους Αρμένους Ρεθύμνου.

Κατά την Ελληνορωμαϊκή εποχή, πολλοί από τους τάφους ήταν λαξευμένοι στο μαλακό πωρόλιθο που αφθονεί στην Κρήτη. Το διασημότερο νεκροταφείο αυτής της εποχής βρίσκεται στα Μάταλα, στις σπηλιές που κατά την δεκαετία του ΄70 έμεναν δεκάδες χίπις. Εντυπωσιακούς λαξευτούς τάφους συναντάει κανείς στην αρχαία Κυδωνία των Χανίων, στα Τριαλώνια, στις Σιδερόπορτες του Πρινιά και στην καταπράσινη ρεματιά των Πέντε Παρθένων στην αρχαία Λάππα. Ειδικότερα, η περιοχή του Αγίου Θωμά, με τους εντυπωσιακούς λαξευτούς τάφους υπήρξε κέντρο λατρείας χθόνιων θεοτήτων.

ΔΙΚΤΑΙΟ ΑΝΤΡΟ (ΣΠΗΛΑΙΟ ΨΥΧΡΟΥ)

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σπήλαια του νησιού βρίσκεται σε υψόμετρο 1025 μ. στις βόρειες πλαγιές της οροσειράς της Δίκτης. Το σπήλαιο του Ψυχρού αποτελεί πολύ σημαντικό λατρευτικό χώρο της μινωικής Κρήτης. Άλλωστε η χρήση των σπηλαίων ως κέντρων λατρείας ήταν από τα βασικά χαρακτηριστικά των θρησκευτικών αντιλήψεων των αρχαίων Κρητών. Η έρευνα απέδειξε ότι για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο, από το 1800 περίπου π.Χ. ως τον 7ο αι. π.Χ., το σπήλαιο αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους λατρευτικούς χώρους της Κρήτης. Στο σπήλαιο κατέφθαναν πιστοί όχι μόνο από κοντινά σε αυτό σημεία, αλλά και από πολύ μακρινά μέρη, για να τιμήσουν τη θεότητα και να φέρουν αφιερώματα.

Σταλακτίτες και σταλαγμίτες που έμοιαζαν με είδωλα έγιναν αντικείμενα λατρείας. Το ιερό αυτό σπήλαιο ταυτίστηκε με το περίφημο Δικταίον Άντρον, το οποίο σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, είναι το σπήλαιο στο οποίο κατέφυγε η Ρέα για να γεννήσει το Δία. Η αίγα Αμάλθεια, που σύμφωνα με άλλο θρύλο ήταν Νύμφη, ανέθρεψε το Δία, ενώ οι Κουρήτες κάλυπταν το κλάμα του βρέφους με τους ήχους των όπλων τους και του άγριου χορού τους. Σύμφωνα με άλλους μύθους το θεό φρόντιζαν μέλισσες, περιστέρια ή ένας θηλυκός χοίρος. Κατά μια άλλη παράδοση το Δικταίον Άντρον ήταν το μέρος όπου ο Δίας έφερε την Ευρώπη, αφού την απήγαγε από τη Φοινίκη. Λεγόταν ακόμη ότι και ο Επιμενίδης, ο περίφημος μάντης της αρχαϊκής περιόδου, «κοιμήθηκε» στο σπήλαιο για πολλά χρόνια και είχε οράματα.

Η λατρεία αρχίζει μάλλον από την Πρωτομινωική περίοδο (2800 – 2300 π.Χ.) – αν και υπάρχουν στον προθάλαμο ίχνη παλαιότερης ανθρώπινης παρουσίας σε αυτό το σημείο. Τα κυριότερα όμως ευρήματα είναι της Μεσομινωικής περιόδου (1800 π.Χ.) και μεταγενέστερα, διότι η διάρκεια χρήσης του είναι μακραίωνη. Η χρησιμοποίησή του συνεχίζεται αδιάκοπα ως την γεωμετρική (8ος αι.π.Χ.) και ανατολίζουσα – αρχαϊκή περίοδο (7ος – 6ος αι. π.Χ.). Από τα ευρήματα φαίνεται ότι το σπήλαιο είχε επισκέπτες και κατά τη ρωμαϊκή ακόμη περίοδο. Οι πιστοί αφιέρωναν πολλά αναθήματα, όπως ειδώλια πιστών, θεών, ζώων, διπλούς πελέκεις, όπλα κλπ.

Ένα ανηφορικό μονοπάτι οδηγεί σε ένα πλάτωμα μπροστά στη στενή είσοδο του σπηλαίου, το οποίο αποτελείται από δύο τμήματα. Δεξιά ανοίγεται ένας προθάλαμος χωρίς σταλαγμιτική διακόσμηση (42 x 19 μ.), το λεγόμενο Άνω Σπήλαιο, στον οποίο υπήρχε ορθογώνιος βωμός ύψους 1 μ., κτισμένος με αργολιθοδομή. Στο χώρο αυτό αποκαλύφθηκαν επίσης νεολιθικά όστρακα, πρωτομινωικές ταφές (2800 – 2200 π.Χ.) και αναθήματα της Μεσομινωικής περιόδου (2200 – 1550 π.Χ). Στα σημαντικότερα ευρήματα περιλαμβάνονται πήλινα ειδώλια, τμήματα λίθινων αγγείων, καθώς και μικροί βωμοί με επιγραφές στη Γραμμική Α γραφή. Στο βορειότερο τμήμα του προθαλάμου αναπτύσσεται χαμηλός θάλαμος. Σε αυτόν βρέθηκε ένας ακανόνιστος περίβολος με δάπεδο λιθόστρωτο σε ορισμένα μέρη, που σχημάτιζε ένα είδος τεμένους.

Στο Κατώτερο Σπήλαιο, το οποίο χωρίζεται σε πέντε μικρά και μεγαλύτερα διαμερίσματα, και όπου βρίσκεται μια μικρή λίμνη και τεράστιοι σταλαγμιτικοί και σταλακτιτικοί σχηματισμοί, αποκαλύφθηκαν τα περισσότερα αφιερώματα: ειδώλια ζώων, χάλκινα εργαλεία, μαχαίρια, βέλη, αναθηματικοί διπλοί πελέκεις, ξυράφια, λεπίδες, σφραγιδόλιθοι, κοσμήματα, χάλκινα ειδώλια, που παριστάνουν άνδρες και γυναίκες σε λατρευτικές στάσεις και χάλκινα πλακίδια, που εικονίζουν νέους άνδρες που κουβαλούν ζώα ως προσφορές στη θεότητα. Η μεγάλη αίθουσα του κατώτερου σπηλαίου (84 x 38 μ.) είναι κατωφερής, ενώ στο βάθος και αριστερά υπάρχει μικρός θάλαμος, μία εσοχή του οποίου ονομάστηκε ως το «λίκνον» του Δία. Δεξιά αναπτύσσεται μεγαλύτερος θάλαμος (25 x 12 μ.) που χωρίζεται σε δύο τμήματα, στο ένα από τα οποία υπάρχει μικρή λίμνη, ενώ στο άλλο υπάρχει ένας ιδιαίτερα εντυπωσιακός σταλακτίτης, «ο μανδύας του Δία».

Στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα κάτοικοι της περιοχής βρήκαν στο σπήλαιο διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα. Αυτά παρακίνησαν τον αρχαιολόγο Ιωσήφ Χατζηδάκη να το επισκεφτεί το 1886 μαζί με τον Ιταλό F. Halbherr και να διεξάγουν πρόχειρη ανασκαφική έρευνα. Ανάλογες έρευνες έκαναν ο A. Evans το 1897, ο J. Demargne και ο G. Hogarth το 1899. Ωστόσο συστηματικές έρευνες δεν έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Το σύνολο σχεδόν των ευρημάτων που προέκυψαν από λαθρανασκαφές και επίσημες ανασκαφές δημοσιεύθηκε από τον J. Boardman το 1961. Τα πολυάριθμα αναθήματα που αποκαλύφθηκαν βρίσκονται σήμερα μοιρασμένα ανάμεσα στο Μουσείο Ηρακλείου και το Ashmolean Museum της Οξφόρδης.

Συντάκτης Β. Ζωγραφάκη, αρχαιολόγος

Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού

ΙΤΑΝΟΣ

Τα ερείπια της αρχαίας Ιτάνου βρίσκονται 27 χλμ. ανατολικά της Σητείας, κοντά στο φοινικόδασος Βάι. Η περιοχή είναι γνωστή με το όνομα Ερημούπολη ή Ερμούπολη. Η ίδρυση της Ιτάνου ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Την πρώτη ιστορική μαρτυρία για την ύπαρξη της πόλης την δίνει ο Όμηρος. Υπήρξε σπουδαίος σταθμός διαμετακομιστικού εμπορίου και είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με την Εγγύς και Μέση Ανατολή, στην οποία έκανε εξαγωγή πορφύρας, σπόγγων, γυαλιού και αλιευμάτων.

Οι Ιτάνιοι ήταν κυρίαρχοι σε όλες τις ανατολικές ακτές της Σητείας και τα όριά της εκτείνονταν από το ακρωτήριο Σαμώνιο (Κάβο- Σίδερο) ως το ακρωτήριο Ερυθραίο (Γούδουρας). Η εξαγωγική δραστηριότητα που ανέπτυξε η Ίτανος απ’ όλη την περιφέρεια που κυριαρχούσε, καθώς και τα έσοδα που της εξασφάλιζε το ιερό του Δικταίου Δία στο Παλαίκαστρο, πλούτισαν την πόλη, όπως προκύπτει από το πλήθος των ναών και των πολυτελών μαρμάρινων οικοδομών της. Ένα σημαντικό κατάλοιπο αυτής της περιόδου είναι η ενεπίγραφη πλάκα, σήμερα εντοιχισμένη αριστερά του καθολικού της Μονής Τοπλού, γνωστή ως «Επιγραφή των Μαγνήτων».

Από αυτήν την επιγραφή πληροφορούμαστε ότι, επειδή οι Ιτάνιοι βρίσκονταν σε συνεχείς προστριβές με τους κατοίκους της Πραισού, ζήτησαν την βοήθεια του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου του Φιλομήτορα το 146 π.Χ, ο οποίος βοήθησε στρατιωτικά τους Ιτάνιους, στέλνοντας ακόμη και φρουρές στην επικράτεια της Ιτάνου. Η βοήθεια του Αιγυπτίου βασιλιά και η εμπλοκή των Πραισίων στον πόλεμο με τους Ιεραπύτνιους έθεσαν τέλος στις μεταξύ τους διαμάχες. Όμως οι Ιτάνιοι δεν βρήκαν την ησυχία τους. Η Ιεράπετρα, ο νέος γείτονας που κατέλαβε την Πραισό, εκδήλωσε εδαφικές διεκδικήσεις στην Ίτανο. Οι διαμάχες και οι προστριβές τους κράτησαν ως το 67 μ.Χ. . Στα ρωμαϊκά χρόνια η Ίτανος εξακολουθούσε να κατέχει εξέχουσα θέση. Οι Ρωμαίοι της επέτρεπαν να κόβει δικά της νομίσματα και να συμμετέχει στο κοινό των Κρητών.

Σήμερα ο επισκέπτης μπορεί να περπατήσει τον χώρο σταματώντας στα διάφορα ερείπια όπως το μεγάλο φυλάκιο «πύργος» στη δυτική ακρόπολη, από μελανούς ογκόλιθους, την μεγάλη παλαιοχριστιανική εκκλησία στην ανατολική ακρόπολη, την ελληνιστική συνοικία, τους δυο παλαιοχριστιανικούς ναούς στους πρόποδες του λόφου που οδηγεί στο Βάι και το νεκροταφείο έξω από την πόλη. Μετά την καταστροφή της πόλης στα βυζαντινά χρόνια υπάρχουν ενδείξεις ότι ο χώρος κατοικήθηκε στην Ενετοκρατία.

Πηγή : Δήμος Σητείας

ΠΟΛΗ ΠΡΑΙΣΟΣ

Οι πρώτες ανασκαφές του χώρου έγιναν στα τέλη του 19ου αιώνα από τους Ιταλούς αρχαιολόγους Halbherr και Mariani. Στα 1901 ο διευθυντής της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής R.C. Bosanquet, άρχισε συστηματικές ανασκαφές. Η αρχαία πόλη της Πραισού απλώνεται πάνω σε τρεις λόφους-ακροπόλεις 1χλμ. βόρεια του χωριού Ν. Πραισός (Βαβέλοι). Η Ακρόπολη Α, η ψηλότερη, περιβαλλόταν από τείχος, ορατό σήμερα κυρίως στο Β.Α. τμήμα της. Εκεί ανεσκάφη ένα θαυμάσιο Ελληνιστικό κτίσμα, οικία πλούσιου ηγεμόνα ή δημόσιος ξενώνας.

Η Ακρόπολη Γ ονομάστηκε «Λόφος-Βωμός» (Hill Altar), γιατί εκεί ανακαλύφθηκε βωμός θυσιών του 8ου – 7ου αιώνα π.Χ., με δύο επιγραφές σε Ετεοκρητική γλώσσα και άλλα ευρήματα όπως: ασπίδες, κράνη, θώρακες, κνημίδες, πήλινα και χάλκινα ειδώλια με σπουδαιότερο το πήλινο ειδώλιο λέοντος, συμβόλου της θεάς Ρέας. Από τα σημαντικότερα ευρήματα των ανασκαφών είναι σειρά τεσσάρων θολωτών τάφων με πλούσια κτερίσματα.

Αρχαία Πραισός

Σε απόσταση περίπου 13 χιλ από την Σητεία και 2 χιλ από την Νέα Πραισό (Βαβέλους) βρίσκεται η Αρχαία Πραισός. Η πόλη είχε χτιστεί επάνω σε τρείς λόφους – ακροπόλεις. Εξουσίαζε ολόκληρο το κεντρικό τμήμα της χερσονήσου Σητείας από τα βόρεια ως τα νότια παράλια. Στην περιοχή που μέχρι σήμερα αναφέρεται ως «οι Πρασοί» βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Πραισού. Λεγόταν και Πράσος και Πραισία και Παραισός. Το κράτος της Πραισού κατελάμβανε ολόκληρη τη σημερινή επαρχία της λεγόμενης «Ετεοκρητικής χερσονήσου» ή «χερσόνησο των Πραισίων» εκτός της χώρας της Ιτάνου σύμφωνα με μαρτυρία του αρχαίου γεωγράφου Σκύλακα του Καρυανδέα.

Τα ερείπιά της καλύπτουν μια εκτεταμένη χρονική περίοδο, που αρχίζει από τα νεολιθικά χρόνια και τελειώνει στο τέλος της ελληνιστικής περιόδου, (144 π.Χ.). Υπήρξε το κέντρο των Ετεοκρητών, δηλαδή των αυτοχθόνων, των γνήσιων Κρητών (έτεος = γνήσιος). Οι Ετεοκρήτες αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Όμηρο (Οδύσσεια Τ 176) και αποκαλούνται «μεγαλήτορες» (μεγαλόψυχοι, εύτολμοι). Απωθημένοι από τους Αχαιούς, Δωριείς εγκαταστάθηκαν στη δυσπρόσιτη περιοχή της Πραισού και διατήρησαν επί αιώνες την αρχική τους γλώσσα και θρησκεία, αλλά και την πλήρη αντίθεσή τους προς αυτούς, γι’ αυτό και δεν έλαβαν μέρος στην εκστρατεία εναντίον του βασιλιά της Σικελίας Κώκαλου, η οποία έγινε για εκδίκηση της δολοφονίας του Μίνωα, όπως μας πληροφορείο Ηρόδοτος.

Η παρουσία του λαού των «Ετεοκρητών» στην Κρήτη μαρτυρείται επίσης από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Είχε δύο λιμάνια, την Ητεία στο Κρητικό και τις Στήλες στο Λιβυκό πέλαγος. Το πολίτευμα της ελληνικής γεωμετρικής Πραισού ήταν δημοκρατικό, με όργανα τους κόσμους, τη γερουσία και την εκκλησία του δήμου. Η πόλη είχε χτιστεί επάνω σε τρείς λόφους – ακροπόλεις. Την ακρόπολη Α, σήμερα “κονάκια”, που περιέβαλε τείχος από το οποίο σώζονται μόνο ίχνη στα βορειανατολικά του μεγάλου λόφου. Στην πλαγιά της ακρόπολης ο Halbherr ανέσκαψε ιδιωτικά οικήματα και ένα δημόσιο οικοδόμημα Ελληνιστικής εποχής χτισμένο με λίθινους ορθογωνίους δόμους σε πολλά διαμερίσματα που κατά τον Αγγελάκη ήταν το Ανδρείο της πόλης δηλ. μέρος που συνέτρωγαν οι τέλειοι πολίτες διαιρεμένοι σε ομάδες σε ίδιες τράπεζες λαμβάνοντες ίση μερίδα της λιτής τροφής και οι έφηβοι μέχρι του 20 ου έτους των οποίων οι ομάδες λεγόταν αγέλες.

Το ανδρείο διεύθυνε ο Άρχων ή Κόσμος που έπαιρνε ως αμοιβή 4 μερίδες. Υπήρχαν δυο τιμητικές τράπεζες που έτρωγαν οι ξένοι φιλοξενούμενοι οι οποίοι διέμεναν σε ιδιαίτερο οίκημα, το κοιμητήριο. Στα ανδρεία τραγουδούσαν με συνοδεία μουσικής και εξυμνούνταν και οι γενναίες πράξεις των προγόνων και συζητιόταν πολιτικές υποθέσεις.

Πηγή:  Δήμος Σητείας

ΕΤΕΟΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΗ– ΔΡΗΡΟΣ

Η αρχαία Δρήρος ήταν κτισμένη στο όρος Καδηστός, δίπλα στο σημερινό ναό του Αγίου Αντωνίου, 2km βορειοανατολικά από τη σημερινή Νεάπολη. Η πόλη κατοικούνταν από Ετεοκρήτες, αλλά και Δωριείς που έφτασαν το 1100πΧ, και ήκμασε την Κλασσική – Ελληνιστική Περίοδο. Η πόλη εντοπίστηκε το 1855, όταν βρέθηκε ένας πεσσός με επιγραφή του 3ου αιώνα π.Χ., στην οποία αναγράφεται ο όρκος 180 εφήβων για την αφοσίωση στην πόλη τους και στους συμμάχους τους.

Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές έγιναν το 1917 από τους αρχαιολόγους Ξανθουδίδη, Μαρινάτο και συνεχίστηκαν το 1932 από τους Demargne και Van Effenterre. Στο φως ήρθαν διάφορα κτίρια, με σπουδαιότερο τον ναό του Δελφίνιου Απόλλωνα, όπου εντοπίστηκαν χάλκινα αγάλματα του Απόλλωνα, της Αρτέμιδος και της Λητούς (7ος αιώνας π.Χ.) καθώς και βωμός θυσίας αιγών. Επίσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η κεντρική πλατεία (αγορά) της πόλης με το μικρό είδος θεάτρου, στο κέντρο της οποίας βρέθηκε μια μεγάλη δεξαμενή.

Μέσα στη δεξαμενή βρέθηκαν επιγραφές με νόμους (η πρωιμότερη νομοθεσία σε ελληνική πόλη) και μια επιγραφή σε ετεοκρητική και ελληνική γλώσσα. Η πόλη φαίνεται ότι είχε κόψει νόμισμα με την κεφαλή της Αθηνάς και τα γράμματα ΔΡ. Η πόλη καταστράφηκε από εμφύλιο πόλεμο που ξεκίνησε το 220πΧ και είχε ως αποτέλεσμα την παρακμή της.

Πηγή: Cretanbeaches

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΒΟΙΛΑΣ

Βρίσκεται μόλις 1 χλμ. απόσταση από τον Χανδρά. Πρόκειται για έρημο μεσαιωνικό χωριό του οποίου την προστασία έχει αναλάβει η Αρχαιολογική Υπηρεσία. Διαβαίνοντας τα στενά σοκάκια του χωριού, μέσα από τα ερείπια με τις καμάρες και τα πλακόστρωτα, τα Φραντζέζικα τόξα και τον αδρό ρυθμό της τοιχοδομίας μέσα στην κατανυκτική σιγή της εγκατάλειψης νομίζεις πως ακούγεται ο αχός του καλπασμού του βυζαντινού άρχοντα, του μεσαιωνικού ιππότη, του Τούρκου σαρικοφόρου.

Το όνομα προέρχεται πιθανότατα από το βυζαντινό Βοιλάς ή Βολιάς, που σημαίνει επιφανής πολεμιστής ή αρχοντική οικογένεια γαιοκτημόνων. Διάφορα στοιχεία οδηγούν στην υπόθεση πως η Βόιλα ανήκε στην Ενετική ομογένεια των Ζένων, η οποία μετά την τουρκοκρατία εξισλαμίστηκε και μετονομάστηκε και από την οποία πρέπει να προέρχεται ο Τσίν Αλής η Τζεναλής από τους πιο φανατικούς γενίτσαρους.

Η παράδοση τον θέλει ιδιοκτήτη του Πύργου της Βόιλας, που εξωτερικά έχει τούρκικο επίγραμμα με ημερομηνία Εγίρας 1153 που ισοδυναμεί με το έτος 1742 του Χριστιανικού ημερολογίου. Δίπλα στην επιγραφή υπάρχουν χαραγμένα πέλεκυς, κυπαρίσσια, και πεντάλφες, χαρακτηριστικά τουρκικά σύμβολα. Από την εποχή της Τουρκοκρατίας επίσης προέρχονται οι δύο βρύσες με τις ανάγλυφες τουρκικές επιγραφές αληθινά στολίδια του χωριού, με άφθονο κρύο νερό, ακόμα και σήμερα. Στην νότια πλευρά του πύργου υπάρχει ερειπωμένη εκκλησία γνωστή σαν εκκλησία του Τζιναλή.

Σημαντικό μνημείο της Βόιλας είναι η δίκλιτη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου πού φαίνεται πως έγινε τον 15ο αιώνα. Στο δυτικό άκρο του νότιου τοίχου υπάρχει κόγχη αψιδωτή με παράσταση και επιγραφή. Από τις επιγραφές φαίνεται πως πρόκειται για οικογενειακό τάφο των Σολομών. Πιθανότατα οι Σολωμοί της Ζακύνθου, από τους οποίους προέρχεται ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, να έλκουν την καταγωγή τους από τους Σολομούς της Σητείας. Πάνω από το χωριό στην κορυφή του υψώματος υπάρχει ισχυρό φρούριο πού κτίστηκε στην Ενετοκρατία.

Πηγή: Crete Τoday

ΟΧΥΡΑ

Οι Μινωίτες δεν οχύρωσαν τις πόλεις τους, καθώς η θαλασσοκρατία τους δεν κινδύνευε αρχικά από εξωτερικούς εχθρούς. Πολύ αργότερα, τις Κρητικές πόλεις προστάτευαν οι ακροπόλεις τους και τα τείχη τους, όπως στην περίπτωση της Γόρτυνας, του Σμαρίου, της Πολυρρήνιας και άλλων.

Κατά την Ενετική και Οθωμανική Περίοδο κτίστηκαν εκατοντάδες οχυρά για να φυλάσσουν τα κρίσιμα περάσματα σε όλο το νησί, ενώ οχυρώθηκαν με τείχη, που ακόμη και σήμερα προκαλούν δέος, οι βασικές πόλεις της Κρήτης: ο Χάνδακας, τα Χανιά, το Ρέθυμνο, η Σητεία και η Ιεράπετρα.

Μεγάλα Ενετικά φρούρια ακόμη δεσπόζουν στις μεγάλες πόλεις και στις νευραλγικές θέσεις του νησιού. Το εντυπωσιακότερο είναι το φρούριο του Κούλε στο λιμάνι του Ηρακλείου, ενώ σε καλή κατάσταση σώζονται ακόμη το φρούριο Ιντζεδίν που προστάτευε τον Κόλπο της Σούδας, το Φραγκοκάστελο, του Φιρκά στο λιμάνι των Χανίων, της Καζάρμας στη Σητεία, του Καλέ στην Ιεράπετρα, της Φορτέτσας στο Ρέθυμνο και τα διάσημα φρούρια στα νησιά της Σπιναλόγκας, της Γραμβούσας και της Σούδας. Δεκάδες ακόμη φρούρια, ερειπωμένα ή ισοπεδωμένα σήμερα, θυμίζουν την παλιά τους αποστολή, να προστατεύουν τα περάσματα.

Ειδικά μετά τη Μεγάλη Κρητική Επανάσταση του 1866-69, οι Οθωμανοί για να ισχυροποιήσουν την κυριαρχία τους στο νησί, έκτισαν περίπου 150 μικρούς και μεγάλους πύργους για να επιβλέπουν τα περάσματα του νησιού. Οι πύργοι, που ονομάζονταν κουλέδες, είναι ορατοί και σήμερα σχεδόν σε κάθε κορυφή της Κρήτης που επιβλέπει στρατηγικά περάσματα και ειδικά σε περιοχές με έντονη επαναστατική δράση, όπως τα Σφακιά κι ο Μυλοπόταμος.

ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ

Χτισμένο στην παλιά πόλη (Κάτω Μερά) περίπου στα τέλη του 19ου αι. όταν, όπως αναφέρεται οι Τούρκοι κατέλαβαν και τροποποίησαν την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Είναι μεγάλο κτίριο και ακόμη σε πολύ καλή κατάσταση, που φέρει επιγραφή από το Κοράνι σε μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο. Ο μιναρές του επισκευάστηκε το 1953 και εποπτεύει ολόκληρη την περιοχή. Ακριβώς απέναντι υπάρχει η Οθωμανική κρήνη που έχει κι αυτή επισκευαστεί.