Επιλογή Σελίδας

weather 23°C / 73°F Ρέθυμνο

Κοινοποίηση σε

#incredible_crete

Αρχαιολογικοί Χώροι

 

 

Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε

Τάρρα

Η Τάρρα ήταν μικρή αλλά ανεξάρ

Κοινοποίηση σε

Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε
Love
Κοινοποίηση σε

Κορυφαίοι αρχαιολογικοί χώροι

Φαιστός
Η Φαιστός είναι κτισμένη πάνω σε χαμηλό λόφο (υψόμετρο 100 μ. περίπου από την επιφάνεια της θάλασσας), στα νότια του ποταμού Γεροπόταμου, του αρχαίου Ληθαίου, και δεσπόζει στην εύφορη κοιλάδα της Κάτω Μεσαράς, που περιτριγυρίζεται από επιβλητικά βουνά (Ψηλορείτης, Αστερούσια, Λασιθιώτικα Βουνά).

Στα νότια εκτείνεται το Λιβυκό πέλαγος. Ο Ληθαίος, που περιβάλλει το λόφο της Φαιστού από ανατολικά και βόρεια, αποτέλεσε την πηγή ύδρευσης της πόλης. Το ήπιο και ζεστό κλίμα της περιοχής έκανε άνετη και ευχάριστη τη ζωή των κατοίκων της.  Η Φαιστός αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του μινωικού πολιτισμού και τη σπουδαιότερη σε πλούτο και δύναμη πόλη της νότιας Κρήτης. Αναφέρεται στα κείμενα αρχαίων συγγραφέων (Διόδωρος, Στράβωνας, Παυσανίας) ενώ μνημονεύεται και από τον Όμηρο. Ανήκει στις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε στην Κρήτη ο Μίνωας. Κατά τη μυθολογία στη Φαιστό βασίλεψε η δυναστεία του Ραδάμανθυ, γιου του Δία και αδελφού του Μίνωα. Ο Όμηρος αναφέρει τη συμμετοχή της στον Τρωικό πόλεμο και τη χαρακτηρίζει πόλη ”καλά κατοικημένη”. Η περίοδος ακμής της Φαιστού ξεκινά με την είσοδο της Κρήτης στην Εποχή του Χαλκού στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ, όπου δημιουργούνται οι βάσεις για το μινωικό πολιτισμό.

Η κατοίκηση στη Φαιστό αρχίζει από τη νεολιθική περίοδο, όπως φανερώνουν θεμέλια νεολιθικών κατοικιών, εργαλεία, ειδώλια και όστρακα αγγείων που αποκαλύφτηκαν κάτω από το ανακτόρο κατά τις ανασκαφές. Ο νεολιθικός οικισμός πρέπει να απλωνόταν στην κορυφη του λόφου και τη νοτιοδυτική πλαγιά του. Στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., άρχισε η χρήση των μετάλλων γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη της πόλης.

Η ανάπτυξη συνεχίζεται μέχρι την ίδρυση και εδραίωση των μινωικών ανακτόρων (15ος αι. π.X.). Στις αρχές της 2ης χιλιετίας η εξουσία περνά στα χέρια βασιλιάδων, οι οποίοι ιδρύουν μεγάλα ανάκτορα. Το πρώτο ανάκτορο χτίστηκε στα 1900 π.Χ. περίπου και μαζί με τα άλλα γύρω κτίσματα είχε έκταση 18.000 τετραγωνικά μέτρα, λίγο μικρότερη από εκείνη του ανακτόρου της Κνωσού. Ο μεγάλος σεισμός που έγινε κοντά στο 1700 π.Χ. ήταν η αιτία της καταστροφής του, όπως και της Κνωσού. Στη θέση του οικοδομήθηκε νέο, επιβλητικότερο, στο οποίο ανήκουν και τα περισσότερα αναστηλωμένα σήμερα λείψανα, ενώ έχουν αποκαλυφτεί και αρκετά τμήματα του πρώτου ανακτόρου, κυρίως στα νοτιοδυτικά. Η μινωική πόλη αναπτύσσεται γύρω από το ανακτορικό κέντρο σε μεγάλη έκταση.

Η Φαιστός ήταν η έδρα του άρχοντα-βασιλιά που έλεγχε όχι μόνο τον πλούσιο κάμπο της Μεσαράς αλλά και τους οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την έξοδο προς τη θάλασσα και τα λιμάνια του κόλπου της Μεσαράς. Μετά την καταστροφή του ανακτόρου (15ος αι. π.X.) η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται στα μυκηναϊκά χρόνια και στη γεωμετρική εποχή (8ος αι. π.X.). Στους επόμενους αιώνες η Φαιστός γνωρίζει νέα περίοδο ακμής. Η έκταση της πόλης μεγαλώνει σε σχέση με εκείνη της μινωικής. Πρόκειται για μια πλούσια, δυνατή, πολυάνθρωπη και ανεξάρτητη πόλη. Έκοβε δικά της νομίσματα και κατά την εποχή της ακμής της, η κυριαρχία της απλωνόταν από το ακρωτήριο Λίθινο ως το ακρωτήριο Μέλισσα και περιελάμβανε και τις νησίδες Παξιμάδια με την αρχαία ονομασία Λητώαι. Το κράτος της Φαιστού διέθετε δύο ισχυρά λιμάνια, τα Μάταλα και τον Κομμό στα νοτιοδυτικά.

Κατά τα ιστορικά χρόνια κτίζεται ο ναός της Ρέας, στα νότια του παλαιού ανακτόρου. Ένα χρονικό κενό παρατηρείται την κλασική περίοδο, από την οποία δεν έχουν αποκαλυφτεί ακόμη αρχιτεκτονικά λείψανα. Αντίθετα, η ελληνιστική πόλη υπήρξε εξαιρετικά ακμαία. Δείγμα οικιών της εποχής αυτής διακρίνεται στην δυτική αυλή (άνω άνδηρο) του ανακτόρου. Στα μέσα του 2ου αιώνα π.X. (περίπου 160 π.Χ.) η πόλη καταστράφηκε και υποδουλώθηκε από την γειτονική Γόρτυνα. Αν και δεν εγκαταλείφτηκε αμέσως, η θέση της Φαιστού, χάνει πλέον την ισχύ της. Ίχνη κατοίκησης της περιόδου της ενετοκρατίας υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη την περιοχή. Το σημερινό χωριό του Αγίου Ιωάννη στις νότιες παρυφές της αρχαίας πόλης αποτελεί το φτωχικό κατάλοιπο ενός ένδοξου παρελθόντος.

Από αρχαιολογική άποψη η Φαιστός είναι η δεύτερη σε σπουδαιότητα μινωϊκή πόλη μετά την Κνωσσό. Ο πρώτος που αναγνώρισε και ταύτισε τη θέση της Φαιστού ήταν ο Άγγλος πλοίαρχος H. Spratt. Το 1884 άρχισαν οι αρχαιολογικές έρευνες από τον F. Halbherr στη Φαιστό και συνεχίστηκαν από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή (Halbherr and L. Pernier, 1900-1904) και από τον Doro Levi (1950-1971). Παράλληλα με τις ανασκαφές έγιναν στερεωτικές εργασίες από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή. Ορισμένοι χώροι, κυρίως το παλαιό ανάκτορο και τα βασιλικά δωμάτια του νέου ανακτόρου καλύφτηκαν με πλαστικά στέγαστρα, ενώ άλλοι, όπως οι αποθήκες του νέου ανακτόρου, καλύφτηκαν με πλάκα μπετόν.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Λισός
Η αρχαία Λισός, στη σημερινή θέση Αη – Κυρκός, στον ομώνυμο κόλπο της νότιας ακτής του νομού Χανίων, ήταν σημαντική πόλη στους ιστορικούς χρόνους της Κρήτης. Στην ελληνιστική περίοδο διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο ως μέλος της Ομοσπονδίας των Ορείων, την οποία αποτελούσαν η Έλυρος, η Υρτακίνα, η Τάρρα και το Ποικιλάσσιον.

Υπήρξε φημισμένο λατρευτικό κέντρο ήδη από τους ελληνιστικούς χρόνους και μέχρι το τέλος της αρχαιότητας. Το 183 π.Χ. συμμετείχε μαζί με άλλες πόλεις του κοινού των Κρητών στη αύναψη συνθήκης με τον Ευμένη το Β΄ της Περγάμου. Μετά την καταστροφή της, τον 9ο αι., δεν ξανακατοικήθηκε.

Στα βυζαντινά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας παρέμεινε ένα τοπικό, αγροτοκτηνοτροφικό θρησκευτικό κέντρο με τις εκκλησίες του Αη – Κυρκού και της Παναγίας, κτισμένες πάνω στα ερείπια παλαιοχριστιανικών βασιλικών.

Με χρηματοδότηση από το κοινοτικό πρόγραμμα LEADER 1 και φορέα υλοποίησης τον ΟΑΔΥΚ, πραγματοποιήθηκε το 1994 ένα πρόγραμμα καθαρισμών, διαμόρφωσης μονοπατιών, επιφανειακής έρευνας και τοπογράφησης της αρχαίας Λισού. Μεγάλο τμήμα της κοιλάδας έχει ήδη απαλλοτριωθεί.
(Συντάκτες: Βάννα Νινιού – Κινδελή, Αγγελική Τσίγκου, αρχαιολόγοι)!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Ζάκρος
Το ανάκτορο της Ζάκρου είναι το τέταρτο σε μέγεθος της Μινωικής Κρήτης. Βρισκόταν σε σημαντικό στρατηγικό σημείο, σε ασφαλισμένο κολπίσκο, και ήταν κέντρο εμπορικών ανταλλαγών με τις χώρες της Ανατολής, όπως φαίνεται από τα ευρήματα (χαυλιόδοντες ελέφαντα, φαγεντιανή, χαλκός κλπ).

Το ανάκτορο αποτέλεσε το κέντρο διοίκησης, θρησκείας και εμπορίου. Το περιστοίχιζε η πόλη. Στο χώρο δεν έγινε νέα οικοδόμηση, εκτός από κάποιες καλλιέργειες. Στο “Φαράγγι των Νεκρών”, όπως λέγεται το Φαράγγι που φθάνει από την Πάνω Ζάκρο στην Κάτω, αποκαλύφθηκαν ταφές σε σπήλαια στις πλαγιές του. Τα ευρήματα της Ζάκρου εκτίθενται στο Μουσείο Ηρακλείου ενώ μερικά υπάρχουν στο Μουσείο Σητείας και Αγίου Νικολάου.

Το ανάκτορο της Ζάκρου έχει δύο κύριες οικοδομικές φάσεις: το παλαιότερο κτίσθηκε το 1900 π.Χ. περίπου, ενώ το νεώτερο γύρω στο 1600 π.Χ. και καταστράφηκε όπως και τα άλλα κέντρα της Μινωικής Κρήτης, στα 1450 π.Χ.

Η συνολική έκταση του ανακτόρου της Ζάκρου και των παραρτημάτων του ξεπερνά τα 8.000 τ.μ. και υπολογίζεται ότι στο χώρο αυτό υπήρχαν περίπου 300 διαμερίσματα – μαζί με τους ορόφους- διαφόρων χρήσεων. Το ανάκτορο ακολουθεί το βασικό σχέδιο των άλλων μινωικών ανακτόρων, με κύρια είσοδο στην ανατολική πλευρά του, ενώ δεύτερη κεντρική πύλη βρισκόταν στη ΒΑ πλευρά, όπου κατέληγε πλακόστρωτος δρόμος, προερχόμενος από το λιμάνι.

΄Ενας κλιμακωτός διάδρομος κατηφορίζει προς τη ΒΑ πύλη και προχωρεί ως την κεντρική αυλή, διαστάσεων 30Χ12 μ. Η αυλή συνιστά τον πυρήνα του όλου οικοδομήματος και τον χώρο όπου λάμβαναν χώρα θρησκευτικές τελετές. Η κεντρική αυλή περιβαλλόταν από μεγαλοπρεπείς προσόψεις και στοές με κίονες-πεσσούς που στήριζαν βεράντες και στη ΒΔ γωνία της υπήρχε κτιστός βωμός.

Η δυτική πτέρυγα, ο κατ’ εξοχήν χώρος λατρείας στον οποίο υπήρχε είσοδος πλαισιωμένη από δύο μικρότερες, ήταν απέναντι από το βωμό. Υπήρχε προθάλαμος, αίθουσα και μία μεγάλη υπόστυλη αίθουσα “τελετουργιών” (12Χ10 μ.) με περίστυλο φωταγωγό και πολύθυρα, το ένα από τα οποία οδηγούσε σε “αίθουσα συμποσίων”, όπως ονομάσθηκε εξαιτίας της εύρεσης αμφορέων και οινοχοών. Το δυτικό τμήμα της πτέρυγας καταλαμβάνεται από το Ιερό που αποτελείται από 11δωμάτια, μερικά από τα οποία είχαν θήκες ή κόγχες. Το κυρίως ιερό ήταν ένα μικρό δωμάτιο- που δεν ήταν προσιτό στο κοινό- με ψηλό πεζούλι για την απόθεση αντικειμένων. Δίπλα σε αυτό υπήρχε υπόγεια δεξαμενή καθαρμών, ενώ νότια υπάρχουν τρία βοηθητικά δωμάτια: ένα εργαστήριο λιθοξόου, μια αποθήκη και το θησαυροφυλάκιο -το μοναδικό του μινωικού κόσμου που βρέθηκε ασύλητο και έδωσε μια μεγάλη σειρά από αριστουργηματικά τελετουργικά σκεύη.

Πιο δυτικά ακόμη υπάρχει το αρχειοφυλάκειο, όπου πάνω σε πήλινα ράφια ήταν τοποθετημένα κιβωτίδια με τις πήλινες πινακίδες των αρχείων, με σημεία της Γραμμικής Α γραφής. Νότια, στους αποθέτες του Ιερού, σε λίθινα διαχωρίσματα φυλάσσονταν λατρευτικά αντικείμενα. Εξω από τη δυτική όψη, σε μεταγενέστερη οικοδομική φάση προστέθηκαν εργαστηριακοί χώροι.

Στην ανατολική πτέρυγα βρίσκονταν τα βασιλικά διαμερίσματα και το διοικητικό κέντρο: Το “διαμέρισμα της βασίλισσας” με πολύθυρα, το “διαμέρισμα του βασιλιά” – η μεγαλύτερη αίθουσα του ανακτόρου- ενώ από την κεντρική αυλή ένα πολύθυρο οδηγούσε στην “αίθουσα της δεξαμενής”, στο κέντρο της οποίας υπήρχε δεξαμενή διαμέτρου 7μ., όπου ένα θωράκιο στήριζε μια σειρά από τουλάχιστον πέντε κίονες. ΄Αλλες δύο εγκαταστάσεις ενός φρέατος-κρήνης βρίσκονταν στην πτέρυγα αυτή.

Στη νότια πτέρυγα υπάρχει μικρό συγκρότημα εργαστηρίων όπου παρασκευάζονταν αρώματα και μικροαντικείμενα από φαγεντιανή, ορεία κρύσταλλο κλπ. Στη βόρεια πτέρυγα υπάρχει μεγάλο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στον πάνω όροφο, οι “αποθήκες των βασιλικών διαμερισμάτων”, λουτρική εγκατάσταση και ένα μεγάλο δωμάτιο, προσιτό από διάδρομο, που ερμηνεύεται ως μαγειρείο και το οποίο εξυπηρετούσε αίθουσα συμποσίων στον πάνω όροφο.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Υστερομινωϊκό νεκροταφείο Αρμένων
Με απόσταση 10 χιλιομέτρων νότια της πόλης του Ρεθύμνου, δίπλα στο ομώνυμο χωριό και μέσα σ ένα θαυμάσιο δάσος από βελανιδιές, έχει αποκαλυφθεί το περίφημο νεκροταφείο των Αρμένων που χρονολογείται στην Υστερομινωική περίοδο (13ος / 12ος αι. π.Χ.).

Η συστηματική ανασκαφική έρευνα που ξεκίνησε το 1969 έχει αποκαλύψει άνω των 220 τάφων και συνεχίζεται με στόχο την αποκάλυψη και της σχετικής πόλης.Οι τάφοι είναι θαλαμωτοί, λαξευμένοι στο μαλακό φυσικό βράχο, έχουν προσανατολισμό από ανατολή προς δύση και περιλαμβάνουν μακρόστενο λαξευτό επίσης διάδρομο που οδηγεί στο εσωτερικό τους.

Μόνο ένας από τους τάφους που αποκαλύφθηκαν είναι κτιστός θολωτός. Περιείχε εκτός από κεραμική και όπλα, χάνδρες καθώς και ένα περίαπτο με επιγραφή σε γραμμική Α γραφή.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Μάλια
Η παρουσία του ανθρώπου στα Μάλια κατά την Νεολιθική εποχή (6000-3000 π.Χ.) μαρτυρείται μόνο από όστρακα (τμήματα πήλινων αγγείων). Η κατοίκηση στην περιοχή υπήρξε συνεχής από τα μέσα της 3ης χιλιετίας ως το τέλος της προϊστορίας.

Εντοπίσθηκαν σπίτια προανακτορικού οικισμού (2500-2000 π.Χ) κάτω από το ανάκτορο και ταφές της ίδιας εποχής κοντά στη θάλασσα. Γύρω στα 2000-1900 π.Χ. πρωτοκτίζεται το ανάκτορο. Ο ήδη ισχυρός οικισμός, από τον οποίο σώζονται συνοικίες γύρω από το ανάκτορο, μετατρέπεται σε ανακτορικό κέντρο-πόλη.  Το ανάκτορο καταστρέφεται γύρω στα 1700 π.Χ και ανοικοδομείται γύρω στα 1650 π.Χ., στην ίδια θέση και με το ίδιο βασικό σχέδιο του παλιού, ενώ λίγες αλλαγές έγιναν 50 χρόνια αργότερα. Η καταστροφή του νέου ανακτόρου σημειώθηκε την ίδια εποχή με την καταστροφή των άλλων μινωικών κέντρων, στα 1450 π.Χ. περίπου. Μικρή περίοδος ανακατάληψης υπήρξε τον 14ο-13ο αιώνα π.Χ. Στην περιοχή “Μάρμαρα” υπάρχουν εκτεταμένα ερείπια οικισμού ρωμαϊκών χρόνων και βασιλική του 6ου αιώνα.

Ο Αγγλος ναύαρχος Th. Spratt που ταξίδεψε στην Κρήτη στα μέσα του 19ου αιώνα αναφέρει την εύρεση φύλλων χρυσού στη θέση “Ελληνικό Λιβάδι”. Ο Ιωσήφ Χατζηδάκης ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές το 1915, στο λόφο “΄Αζυμο” αποκαλύπτοντας το νότιο μισό της δυτικής πτέρυγας του ανακτόρου και τάφους στην παραλία, αλλά διέκοψε τις εργασίες. Τελικά η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ανέλαβε και διεξήγαγε τις ανασκαφές, οι οποίες με διακοπές συνεχίζονται έως και σήμερα στο ανάκτορο, τις συνοικίες της πόλης και τις νεκροπόλεις της παραλίας. Οι σχετικές με τις ανασκαφές δημοσιεύσεις και μελέτες υπάρχουν στη σειρά ETUDES CRETOISES από το 1928, ενώ ολοκληρωμένες δημοσιεύσεις έκαναν οι Η. Van Effenterre και O. Pelon. Τα ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο Μουσείο Ηρακλείου ενώ μερικά άλλα βρίσκονται στο Μουσείο Αγίου Νικολάου.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Γόρτυνα
Τα ερείπια της αρχαίας πόλης της Γόρτυνας με την ακρόπολη και τις νεκροπόλεις της, απλώνονται σε έκταση περίπου 4.000 στρεμμάτων περίπου, από τους λόφους του Αη – Γιάννη, του Βόλακα και τον Προφήτη Ηλία βόρεια έως το χωριό των Αγ. Δέκα ανατολικά και την Μητρόπολη νότια.

Η περιοχή της Γόρτυνας, κατοικήθηκε ήδη από την Νεολιθική εποχή, καθώς ευρήματα αυτής της περιόδου έχουν εντοπισθεί στην πεδιάδα και στους λόφους, μαζί με ελάχιστα μινωικών χρόνων. Στην θέση Κανιά, νότια του χωριού Μητρόπολη, έχει ανασκαφεί υστερομινωική αγρέπαυλη με αξιόλογα ευρήματα.  Στη γεωμετρική περίοδο ( 1.100 – 700 π.Χ. ) ο οικισμός είχε αναπτυχθεί στην Ακρόπολη, ενώ μικρές κώμες υπήρχαν στις ρίζες των υψωμάτων. Στους αρχαϊκούς χρόνους ( 700 – 500 π.Χ. ) η πόλη επεκτάθηκε στη θέση του μεταγενέστερου Ωδείου και στην πεδιάδα, στην περιοχή του μεταγενέστερου ναού του Πυθίου Απόλλωνα. Από την πόλη της κλασικής περιόδου έχουν εντοπισθεί λείψανα του εκκλησιαστηρίου στη θέση του σημερινού Ωδείου, ενώ το σημαντικότερο μνημείο είναι η Μεγάλη Επιγραφή στον βόρειο κυκλικό τοίχο του Ωδείου.

Στα ελληνιστικά χρόνια ( τέλος 4ου αι. π.Χ. – 67 π.Χ. ) η Γόρτυνα ήταν από τις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ήταν επικεφαλής μίας από τις τρεις ενώσεις πόλεων και στον 2ο αι. π.Χ., όταν η Ρώμη παρενέβη στα εσωτερικά θέματα της Κρήτης, η Γόρτυνα τάχθηκε με το πλευρό των Ρωμαίων. Μετά από την Ρωμαϊκή κατάκτηση έγινε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας Κρήτης και Κυρηναϊκής και γνώρισε μεγάλη οικοδομική ανάπτυξη. Στην πρωτοβυζαντινή περίοδο το διοικητικό και αστικό κέντρο της πόλης μετακινήθηκε στην χριστιανική συνοικία στο σημερινό χωριό Μητρόπολη, ενώ ένας δεύτερος πυρήνας της πρωτοβυζαντινής πόλης ήταν στην περιοχή της εκκλησίας των Αγ. Δέκα. Μετά από την αραβική κατάκτηση, η Γόρτυνα ερειπώνεται.
(Συντάκτης: Μαρία Εγγλέζου)!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Άπτερα
Η Άπτερα ήταν μία από τις σπουδαιότερες πόλεις – κράτη της Κρήτης. Αναφέρεται ήδη στις πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής (14ος – 13ος αι. π.Χ.) και εξακολουθεί να ζει μέχρι και τον 7ο αι. μ.Χ., οπότε καταστρέφεται από ισχυρό σεισμό σε συνδυασμό με τις επιθέσεις των Σαρακηνών.

Η εξαιρετική της θέση επάνω στο εκτεταμένο πλάτωμα του λόφου, που δεσπόζει νοτιοανατολικά του κόλπου της Σούδας ενώ συγχρόνως ελέγχει τη γύρω ευρύτερη περιοχή, αποδείχθηκε ιδανική για την ανάπτυξη της σε ισχυρό εμπορικό και πολιτικό κέντρο. Με τα δύο λιμάνια, Μινώα (σημερινό Μαράθι) και Κίσαμο, στις αντίστοιχες πλευρές της εισόδου του κόλπου της Σούδας, εξασφάλιζε τον έλεγχο όλης της θαλάσσιας δραστηριότητας.

Οι γραπτές πηγές και τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ανασκαφικών ερευνών δείχνουν ότι η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής της πόλης ήταν οι πρώιμοι ελληνιστικοί χρόνοι (τέλος 4ου – 3ος αι. π.Χ.), οπότε ισχυροποιήθηκε και οικονομικά και πολιτικά και άρχισε να κόβει δικό της νόμισμα. Η περίοδος της ρωμαιοκρατίας, με την επιβολή της “ρωμαϊκής ειρήνης”, σήμανε τη συρρίκνωση της πόλης σε οικονομικοπολιτικό επίπεδο αλλά συγχρόνως και την ανάπτυξή της στην αγροτική παραγωγή σύμφωνα με το πρόγραμμα της ρωμαϊκής εξουσίας. Η κατοίκησή της συνεχίστηκε στα βυζαντινά χρόνια χωρίς ιδιαίτερη ακμή.

Σε κεντρικό σημείο της αρχαίας πόλης ιδρύθηκε η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, που αναφέρεται ήδη σε Χρονικό του 1181 μ.Χ. Ανήκε στη Μονή Πάτμου και λειτουργούσε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Κατά την περίοδο 1866-69 ανεγέρθηκε από τους Τούρκους κατακτητές κάστρο με στόχο τη καταστολή της Κρητικής Επανάστασης.

Τα τελευταία χρόνια η ΚΕ ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διενεργεί συστηματική ανασκαφική έρευνα στον αρχαιολογικό χώρο της Απτέρας και σωστικές ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή. Σημαντικές εργασίες ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Β΄και Γ΄Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης.
(Συντάκτες: Βάννα Νινιού – Κινδελή, Αγγελική Τσίγκου, αρχαιολόγοι)!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Σπιναλόγκα
Στη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας, σε θέση κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της, βρίσκεται η νησίδα της Σπιναλόγκας, με έκταση 85 στρέμματα και 53 μ. υψόμετρο. Το νησί οχυρώθηκε κατά την αρχαιότητα, το πιθανότερο κατά την ελληνιστική περίοδο, με μεγάλο οχυρωματικό περίβολο. Πάνω στα ερείπια αρχαίου κάστρου οι Βενετοί οικοδόμησαν ισχυρό φρούριο, που σχεδιάστηκε σύμφωνα με την οχυρωματική πρακτική του προμαχωνικού συστήματος από τον Genese Bressani και τον Latino Orsini.

H πρώτη φάση οικοδόμησης του φρουρίου διήρκεσε από το 1579 και έως το 1586. Για την κατασκευή του φρουρίου χρησιμοποιήθηκε η ντόπια σκληρή ασβεστολιθική πέτρα και ο μαλακός ψαμμίτης, που εξορύχτηκε από την ανατολική πλευρά της νησίδας και από την παρακείμενη χερσόνησο “Νησί” ή “Κολοκύθα”. Επισκευές και μετατροπές στο φρούριο έγιναν πριν και κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου (1645-1669).

Η οχύρωση της νησίδας αποτελείται από δύο ζώνες. Η πρώτη ακολουθεί το περίγραμμα των ακτών ενώ η δεύτερη είναι θεμελιωμένη πάνω στους βράχους της κορυφογραμμής. Δύο εγκάρσια τμήματα τείχους, το ένα στα ΝΔ και το άλλο στα ΒΑ της νησίδας, συνδέουν τις παραπάνω ζώνες. Σε στρατηγικά σημεία της οχύρωσης βρίσκονται η ημισέληνος Μichel και η ημισέληνος Moceniga ή Barbariga που αποτελούν σπουδαία έργα οχυρωματικής αρχιτεκτονικής.

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας το φρούριο χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς. Τα κτίσματα που υπήρχαν στο εσωτερικό του κάλυπταν τις ανάγκες εγκατάστασης της φρουράς.Την περίοδο του κρητικού πολέμου (1645-1669) κατέφυγαν στη Σπιναλόγκα πρόσφυγες και επαναστάτες (χαΐνηδες), που έχοντας σαν βάση τη νησίδα παρενοχλούν τους Τούρκους. Η δράση τους διήρκεσε όσο οι Ενετοί κατείχαν το φρούριο αφού με την συνθήκη παράδοσης του Χάνδακα το 1669 η Σπιναλόγκα παρέμεινε στην κυριότητα της Βενετίας. Από την περίοδο της Ενετοκρατίας σώζονται οι θολωτές δεξαμενές το κτήριο της φρουράς , το τρίδυμο κτήριο και η πυριτιδαποθήκη δίπλα στο ναό του Αγίου Νικολάου , που προϋπήρχε του φρουρίου. Την περίοδο του κρητικού πολέμου (1645-1669) οι οχυρώσεις ανακαινίστηκαν και συμπληρώθηκαν. Τότε κατασκευάστηκαν οι ναοί του Αγίου Παντελεήμονα και του Αγίου Γεωργίου.

Μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους το 1715 στη Σπιναλόγκα διαμορφώνεται σταδιακά ένας οικισμός αμιγώς οθωμανικός. Κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας το φρούριο περιθωριοποιείται και χρησιμοποιείται ως τόπος εξορίας και απομόνωσης. Όμως κατά το τέλος του 19ου αι. τα δεδομένα αλλάζουν. Ο ρόλος του λιμανιού της Σπιναλόγκας αναβαθμίζεται καθώς αποκτά άδεια εξαγωγικού εμπορίου. Κατά τα μέσα του 19ου αι. στη νησίδα συγκεντρώνεται μεγάλος αριθμός κατοίκων, στην πλειονότητά τους έμποροι και ναυτικοί, που επωφελούμενοι από την ασφάλεια του οχυρωμένου οικισμού εκμεταλλεύονται τους εμπορικούς δρόμους της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ζωή αυτού του οικισμού διακόπηκε απότομα λόγω των πολιτικών εξελίξεων που διαδραματίστηκαν στην Κρήτη κατά τα τελευταία έτη του 19ου αι. Η ανασφάλεια που επικράτησε ανάμεσα στους Οθωμανούς της Κρήτης λόγω της επαναστατικής δράσης των χριστιανών ανάγκασε την πλειονότητα των κατοίκων της Σπιναλόγκας σε μετανάστευση. Από το 1897 στο νησί και για ένα έτος περίπου στη Σπιναλόγκα εγκαταστάθηκαν γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η Κρητική Πολιτεία το 1903 θέσπισε την απομόνωση των λεπρών και αποφάσισε τη δημιουργία Λεπροκομείου στη Σπιναλόγκα προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα μίας συντονισμένης βοήθειας στους πάσχοντες από τη νόσο του Χάνσεν. Η δύσκολη ζωή των αρρώστων, που διέμειναν στο νησί έως το 1957, σηματοδότησε τον χώρο και τον φόρτισε συναισθηματικά καθιστώντας το τόπο μαρτυρίου και ιστορικής μνήμης.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Κνωσός
To σημαντικότερο κέντρο του Μινωικού Πολιτισμού, η Κνωσός, αναπτύσσεται πάνω στο ύψωμα της Κεφάλας μέσα σε ελιές, αμπέλια και κυπαρίσσια και βρίσκεται 5 χιλ. νοτιοανατολικά του Ηρακλείου. Δίπλα της ρέει ο ποταμός Καίρατος (ο σημερινός Κατσαμπάς). Σύμφωνα με την παράδοση αποτέλεσε την έδρα του βασιλιά Μίνωα και πρωτεύουσα του κράτους του. Με το χώρο του ανακτόρου της Κνωσού συνδέονται οι συναρπαστικοί μύθοι του Λαβύρινθου με τον Μινώταυρο και του Δαίδαλου με τον Ίκαρο.

Αναφορές στην Κνωσό, το ανάκτορό της και το Μίνωα γίνονται στον Όμηρο (ο κατάλογος πλοίων της Ιλιάδας αναφέρει ότι η Κρήτη απέστειλε 80 πλοία υπό τις διαταγές του βασιλιά της Κνωσού, Ιδομενέα. Οδύσσεια, τ 178-9), στο Θουκυδίδη (αναφορά στο Μίνωα), στον Ησίοδο και Ηρόδοτο, στο Βακχυλίδη και Πίνδαρο, στον Πλούταρχο και Διόδωρο το Σικελιώτη. Η περίοδος ακμής της πόλης ανάγεται στη μινωική εποχή (2000 – 1350 π.Χ.) κατά την οποία αποτελεί το βασικότερο και πολυπληθέστερο κέντρο της Κρήτης. Και σε μεταγενέστερες περιόδους διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και αναπτύσσεται ιδιαίτερα, όπως στην ελληνιστική εποχή.

Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. Η νεολιθική εποχή χαρακτηρίζεται από το στάδιο της τεχνολογικά εξελιγμένης αγροτικής ζωής (λίθινα εργαλεία και υφαντικά βαρίδια). Οι κάτοικοι από τροφοσυλλέκτες γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί (γεωργοί και κτηνοτρόφοι) και παρατηρείται η τάση για μια πιο συστηματική και μόνιμη εγκατάσταση. Οι οικιστικές φάσεις στην Κνωσό διαδέχονται η μια την άλλη, ενώ ο πληθυσμός του οικισμού στα τέλη της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής υπολογίζεται σε 1.000 – 2.000 κατοίκους.

Στην Εποχή του Χαλκού, η οποία χαρακτηρίζεται από την κατεργασία του χαλκού, συνεχίζεται πιθανόν η ανάπτυξη του οικισμού. Ωστόσο, κατά τις εργασίες που έγιναν για την κατασκευή του ανακτόρου καταστράφηκαν πολλά παλιότερα κτίσματα. Ο οικισμός, πλέον, αναφέρεται ως Ko-no-so στα κείμενα της Γραμμικής Γραφής Β΄ του 14ου αι. π.X. Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αι. π.X.), δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αι. π.X.) και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά.

Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica. Γύρω στο 1700 π.Χ. πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Η πόλη της Κνωσού αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.

Το 1450 π.Χ., μετά από μερική καταστροφή της Κνωσού, εγκαθίστανται στην πόλη Μυκηναίοι, χωρίς όμως να ξανακτίσουν τα ανάκτορα. Από τις επόμενες περιόδους σώζονται λίγα λείψανα, τα περισσότερα από τα οποία είναι τάφοι και ένας μικρός κλασικός ναός στην περιοχή του ανακτόρου. Μεγάλη άνθιση γνώρισε η πόλη κατά την ελληνιστική περίοδο (ιερό Γλαύκου, ιερό Δήμητρας, λαξευτοί τάφοι, χρήση βόρειου νεκροταφείου, οχυρωματικοί πύργοι). Το 67 π.X. ο Quintus Caecilius Metellus Creticus κατέλαβε την Κνωσό και ίδρυσε ρωμαϊκή αποικία με το όνομα Colonia Julia Nobilis. Στην περίοδο αυτή ανήκει η “έπαυλη του Διονύσου” με τα θαυμάσια ψηφιδωτά.

Στη βυζαντινή εποχή η Κνωσός αποτέλεσε έδρα επισκόπου, ενώ διατηρούνται ακόμη τα λείψανα βασιλικής του 6ου αι. μ.Χ. Μετά την αραβική κατάκτηση της Κρήτης, το λιμάνι του Ηρακλείου αρχίζει να αποκτά μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ενώ η Κνωσός αρχίζει να ξεχνιέται σιγά-σιγά. Ένας μικρός οικισμός κτίστηκε πάνω στα ρωμαϊκά ερείπια και αναφέρεται σαν ”Μακρύτοιχος”, παίρνοντας το όνομά του από ένα μακρύ τοίχο, λείψανο της ρωμαϊκής Κνωσού.

Η Κνωσός εντοπίστηκε το 1878 από το Mίνωα Kαλοκαιρινό. Ο A. Evans άρχισε συστηματικές ανασκαφές το 1900, οι οποίες συνεχίστηκαν έως το 1931 με την ανακάλυψη του ανακτόρου, μεγάλου τμήματος της μινωικής πόλης και των νεκροταφείων. Έκτοτε συνεχίζονται οι ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Kνωσού από την Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή και την ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα
Ελεύθερνα
Οι ανασκαφές στην περιοχή της Ελεύθερνας ξεκίνησαν πριν 16 χρόνια, το 1985, όταν ο τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Κρήτης αποφάσισε να ερευνήσει και να φέρει στο φως τη γνωστή από τις φιλολογικές μαρτυρίες αρχαία πόλη.

Μικρής έκτασης έρευνα είχε πραγματοποιηθεί στην περιοχή και το 1929 από την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή υπό τη διεύθυνση του H. Payne. Τα κατάλοιπα έχουν αποκαλυφθεί στην ευρύτερη περιοχή των δύο σύγχρονων γειτονικών χωριών Ελεύθερνα και Αρχαία Ελεύθερνα που βρίσκονται στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη και σε απόσταση 24 και 29 χιλιομέτρων αντίστοιχα από την πόλη του Ρεθύμνου. Πιο συγκεκριμένα, τα σημαντικότερα ευρήματα έχουν εντοπισθεί σε τρεις θέσεις ενός λόφου «τοποθετημένου» ανάμεσα σε δύο συγκλίνοντες χείμαρρους: στην θέση Ορθή Πέτρα στη δυτική πλευρά του λόφου (ανασκαφικός τομέας ΙΙΙ), στη θέση Πυργί στο κέντρο του λόφου (ανασκαφικός τομέας ΙΙ) και στη θέση Κατσιβέλος στην ανατολική πλευρά του λόφου (ανασκαφικός τομέας Ι).

Σημαντικά είναι επίσης τα ευρήματα που έχουν αποκαλυφθεί στην περιοχή Νησί, κοντά στο σύγχρονο χωρίο «Ελεύθερνα» και που περιλαμβάνουν κυρίως υπολείμματα οικισμού της ελληνιστικής περιόδου. Στη θέση Ορθή Πέτρα η ανασκαφική ομάδα με επικεφαλής τον αρχαιολόγο, καθηγητή κ. Ν. Σταμπολίδη έχει φέρει στο φως νεκρόπολη των γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων καθώς και ελληνιστικά και ρωμαϊκά κτίρια και δρόμους που οικοδομήθηκαν πάνω στα προγενέστερα.

Οικία 2 – Ελεύθερνα

Η οικία 2 βρίσκεται στο μεγάλο άνδηρο που καλύπτει την έκταση ανάμεσα στο δημόσιο λουτρό και την παλαιοχριστιανική βασιλική στον αρχαιολογικό χώρο του ανατολικού τομέα Ι της Αρχαίας Ελεύθερνας (θέση Κατσίβελος). Αποτελείται από δύο πτέρυγες με δωμάτια, εκατέρωθεν ενός μεγάλου ορθογώνιου αιθρίου. Η νότια πτέρυγα έχει δύο μεγάλα δωμάτια και βορειότερά τους ένα χώρο που χωρίζεται με τοίχο σε δύο στενούς διαδρόμους.

Το οικοδόμημα έχει δύο οικοδομικές φάσεις. Η πρώτη φάση μάλλον διακόπτεται λίγο πριν από το τελευταίο τέταρτο του 3ου αιώνα μ.Χ. , οπότε το κτίριο αλλάζει μορφή και ίσως χρήση, για να εγκαταλειφθεί οριστικά στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. Αποκαλύφθηκε αγωγός απορροής με κλίση από δυτικά προς τα ανατολικά. Το δάπεδο και οι παρειές του αγωγού είναι επιχρισμένες με παχύ ερυθρωπό κονίαμα. Πάνω στην επίχωση του αιθρίου, μετά την εγκατάλειψη της οικίας, κατασκευάστηκε κιβωτιόσχημος τάφος πρωτοβυζαντινής περιόδου.

Η βόρεια πλευρά της οικίας περιλαμβάνει 6 δωμάτια, κάποια από τα οποία διατηρούνται σε άριστη κατάσταση. Στο ανώφλι της θύρας ενός από αυτά, είναι χαραγμένη η επιγραφή “Νείκην τωι Κυρείωι”. Στο ίδιο δωμάτιο βρέθηκαν μέσα σε στρώμα καταστροφής περίτεχνα οστέινα μικροαντικείμενα, σαράντα δύο χάλκινα νομίσματα κ.α. Σε άλλο δωμάτιο βρέθηκαν θραύσματα ψηφιδωτού δαπέδου με γεωμετρικά διακοσμητικά θέματα. Το κτίριο είχε και όροφο, όπου βρισκόταν ο γυναικωνίτης. Η φάση καταστροφής της οικίας θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί στην περίοδο διωγμού των Χριστιανών επί Τραϊανού Δέκιου (249-251 μ.Χ).

Ελληνιστική Γέφυρα. Η γέφυρα βρίσκεται στην περιοχή της Λαγκάς, η οποία συνορεύει προς τα ΒΔ με την κοινότητα της Αλφάς. Τη βρίσκουμε λίγο μετά τη συμβολή των 3 χειμάρρων (Φαραγγίτης, ρέμα της Χαλοπότας, Νησί), στο νοτιότερο τμήμα του μεγαλύτερου απ’ αυτούς, που ρέει ανάμεσα στη Λαγκά και την Αλφά. Εχει τμηματικά λαξευτεί στο φυσικό βράχο, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της είναι χτισμένο με εκφορικό τρόπο. Είναι εντυπωσιακά καλά διατηρημένη γέφυρα με οξυκόρυφη καμάρα. Χρονολογείται στο 2ο αι. π.Χ.!


Love

Κοινοποίηση σε
Περισσότερα

Χάρτης αρχαιολογικών χώρων